λίπανση στην βιολογική γεωργία biomastores.gr .

Η λίπανση στη βιολογική γεωργία. Νομοθετικό πλαίσιο και επιτρεπόμενες εισροές Σχολιάστε

 

Κείμενο του Κάνταρου Ηλία, Γεωπόνου

 

Ο βιοκαλλιεργητής αρχικά θα πρέπει να προσπαθήσει με καλλιεργητικές τεχνικές να διατηρήσει ή και να αυξήσει την οργανική ουσία και τη γονιμότητα του εδάφους. Εφόσον υπάρχει η δυνατότητα θα πρέπει επίσης να εφαρμόζει πρακτικές αμειψισποράς, χλωρής λίπανσης και προσθήκης κομποστοποιημένης κοπριάς αγροτικών ζώων ή φυτικών υπολειμμάτων κατά προτίμηση από βιολογική εκτροφή ή καλλιέργεια.

και λιπάσματα με απλά λόγια biomastores.gr 3

Εάν, παρ’ όλα αυτά, είναι αδύνατον να ικανοποιήσει τις διατροφικές ανάγκες των φυτών του, μπορεί να χρησιμοποιήσει ορισμένα προϊόντα τα οποία ορίζονται στο Παράρτημα Ι του Καν. (ΕΚ) 889/08, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρεί έγγραφα που αποδεικνύουν την ανάγκη να καταφύγει στη χρήση τους. Σήμερα στην ελληνική αγορά, ενώ κυκλοφορούν αρκετές εκατοντάδες προϊόντα θρέψης που «δηλώνουν» με διάφορους τρόπους ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη βιολογική γεωργία, δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη αρχή που να αξιολογεί αυτές τις εισροές ως προς την συμμόρφωσή τους με το θεσμικό πλαίσιο. Λύσεις για το πρόβλημα αυτό υπάρχουν, αλλά προφανώς δεν υπάρχει πολιτική βούληση.

Νομοθετικό πλαίσιο

Ο βιολογικός τρόπος παραγωγής είναι αρκετά παλιός για την υπόλοιπη Ευρώπη, στην χώρα μας όμως άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα μόλις στο τέλος της δεκαετίας του ’80. Την εποχή εκείνη ένεκα της μη ύπαρξης ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, οι κανόνες παραγωγής διαφοροποιούνταν ανάλογα με τον φορέα πιστοποίησης, αν και σε γενικές γραμμές ήταν αρκετά κοντά. Χρειάστηκαν όμως αρκετά χρόνια και να φθάσουμε μέχρι το 1991 στην Ευρώπη – στην Ελλάδα απαιτήθηκαν ακόμη δύο χρόνια για την ενσωμάτωση της Κοινοτικής νομοθεσίας στην Εθνική – ώστε να υπάρξει ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο για την παραγωγή και την πιστοποίηση των βιολογικών προϊόντων.

Ο Καν. (ΕΟΚ) 2092/91 παρ όλες τις ατέλειές του ήταν μια σημαντική αρχή στην ενοποίηση των δεκάδων προτύπων και προδιαγραφών που υπήρχαν μέχρι τότε. Ο εν λόγω Κανονισμός έμεινε σε ισχύ – αφού υπέστει αρκετές δεκάδες τροποποιήσεις – μέχρι το τέλος του 2008 και από την 01/01/2009 αντικαταστάθηκε από τους Καν. (ΕΚ) 834/07 και (ΕΚ) 889/08. Ας δούμε όμως καλύτερα ποιο είναι σήμερα, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για τη διαχείριση του εδάφους και τη λίπανση στη βιολογική γεωργία.

και λιπάσματα με απλά λόγια biomastores.gr

Σύμφωνα με το νέο Κανονισμό (ΕΚ) 834/07 στο άρθρο 12 «Κανόνες φυτικής παραγωγής», σημείο 1 (α-στ), αναφέρεται: ……. Για τη βιολογική φυτική παραγωγή, επιπλέον των γενικών κανόνων γεωργικής παραγωγής, …………………… ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες: 

α) η βιολογική φυτική παραγωγή χρησιμοποιεί τεχνικές άροσης και καλλιέργειας που διατηρούν ή αυξάνουν τις οργανικές ύλες του εδάφους, βελτιώνουν τη σταθερότητα και τη βιοποικιλότητά του και αποτρέπουν τη συμπίεση και τη διάβρωσή του·

β) η γονιμότητα και η βιολογική δραστικότητα του εδάφους διατηρούνται και βελτιώνονται με πολυετή αμειψισπορά που περιλαμβάνει ψυχανθή και άλλες καλλιέργειες χλωρής λίπανσης, και με τη διασπορά κόπρου ζώων ή οργανικών υλών, αμφοτέρων κατά προτίμηση λιπασματοποιημένων, από βιολογική παραγωγή·

γ) επιτρέπεται η χρήση βιοδυναμικών παρασκευασμάτων·

δ) επιπροσθέτως, λιπάσματα και βελτιωτικά εδάφους επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο εφόσον έχουν εγκριθεί για χρήση σε βιολογικές παραγωγές δυνάμει του άρθρου 16·

ε) δεν χρησιμοποιούνται ανόργανα αζωτούχα λιπάσματα·

στ) όλες οι εφαρμοζόμενες τεχνικές φυτικής παραγωγής αποτρέπουν ή ελαχιστοποιούν τη συμβολή στη μόλυνση του περιβάλλοντος·……..

Δηλαδή ο βιοκαλλιεργητής αρχικά θα πρέπει να προσπαθήσει με καλλιεργητικές τεχνικές να διατηρήσει ή και να αυξήσει την οργανική ουσία και την γονιμότητα του εδάφους. Εφόσον υπάρχει η δυνατότητα (ανάλογα και με την υφιστάμενη καλλιέργεια, την επάρκεια του νερού, τις ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής, κ.λ.π.) θα πρέπει να εφαρμόζονται πρακτικές αμειψισποράς, χλωρής λίπανσης, προσθήκης κομποστοποιημένης κοπριάς αγροτικών ζώων ή φυτικών υπολειμμάτων. Η προέλευση από βιολογική εκτροφή ή καλλιέργεια θα πρέπει να προτιμάται. Επίσης και η χρήση βιοδυναμικών παρασκευασμάτων επιτρέπεται χωρίς περιορισμούς. Η δυνατότητα χρήσης άλλων εισροών περιγράφεται στον Κανονισμό (ΕΚ) 889/08 στο άρθρο 3 «Διαχείριση του εδάφους και λίπανση» και πιο συγκεκριμένα αναφέρεται:

…. Όταν οι διατροφικές ανάγκες των φυτών δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν με τα μέτρα τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007, στη βιολογική παραγωγή μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο τα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι του παρόντος Κανονισμού λιπάσματα και βελτιωτικά του εδάφους και μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητα. Οι επιχειρήσεις διατηρούν έγγραφα που αποδεικνύουν την ανάγκη χρησιμοποίησης του προϊόντος…. …..Επιτρέπεται η χρήση των κατάλληλων παρασκευασμάτων μικροοργανισμών για τη βελτίωση της συνολικής κατάστασης του εδάφους ή της διαθεσιμότητας θρεπτικών ουσιών στο έδαφος ή στις καλλιέργειες. Για την ενεργοποίηση των οργανικών λιπασμάτων επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται κατάλληλα παρασκευάσματα με βάση φυτά ή παρασκευάσματα μικροοργανισμών……

Δηλαδή εφόσον ο βιοκαλλιεργητής μπορεί να χρησιμοποιήσει καλλιεργητικές τεχνικές, χλωρές λιπάνσεις, κοπριές αγροτικών ζώων και φυτικά υπολείμματα και είναι αδύνατον να ικανοποιήσει τις διατροφικές ανάγκες των φυτών τότε και μόνο τότε μπορεί να χρησιμοποιήσει τις εισροές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Καν.(ΕΚ) 889/08.

Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση είναι η διατήρηση εγγράφων που να αποδεικνύουν την ανάγκη να καταφύγει στη χρήση τους. Έτσι φθάνουμε στο Παράρτημα Ι του Καν. (ΕΚ) 889/08 το οποίο παραμένει πρακτικά το ίδιο με το αντίστοιχο Παράρτημα II Μέρος Α του Καν. (ΕΟΚ) 2092/91, που ίσχυε μέχρι τις 31/12/2008. Στον παρακάτω πίνακα μπορούμε να δούμε στην αριστερή στήλη την ονομασία της εισροής, ενώ δεξιά βλέπουμε την περιγραφή της, την σύνθεση και υπό ποίους όρους επιτρέπεται η χρήση της.

και βιολογική γεωργία 2

Παράρτημα Ι Καν. 889/2008. Λιπάσματα και βελτιωτικά εδάφους που επιτρέπονται στη βιολογική γεωργία είναι σύνθετα προϊόντα ή προϊόντα που περιέχουν αποκλειστικά τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον ακόλουθο κατάλογο.

  • Κοπριά αγροτικών ζώων. Προϊόν που αποτελείται αποκλειστικά από μείγματα περιττωμάτων ζώων και φυτική ύλη (στρωμνή ζώων). Η προέλευση από εντατικοποιημένη εκτροφή απαγορεύεται.
  • Αποξηραμένη κοπριά και αφυδατωμένη κοπριά πουλερικών. Η προέλευση από εντατικοποιημένη εκτροφή απαγορεύεται.
  • Κομποστοποιημένα ζωικά περιττώματα, συμπεριλαμβανομένης της κομποστοποιημένης κοπριάς πουλερικών καθώς και της κοπριάς αγροτικών ζώων. Η προέλευση από εντατικοποιημένη εκτροφή απαγορεύεται.
  • Υγρά απεκκρίματα ζώων. Χρήση μετά από ελεγχόμενη ζύμωση ή/και κατάλληλη αραίωση. Η προέλευση από εντατικοποιημένη εκτροφή απαγορεύεται.
  • Οικιακά απορρίμματα που έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή ζύμωση.
  • Μείγματα φυτικών υλών που έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή ζύμωση Προϊόν που λαμβάνεται από μείγματα φυτικών υλών τα οποία έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή αναερόβια ζύμωση για παραγωγή βιοαερίου. Προϊόν που παράγεται από διαχωριζόμενα οικιακά απορρίμματα που έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή αναερόβια ζύμωση για παραγωγή βιοαερίου. Οικιακά απορρίμματα μόνο φυτικής και ζωικής προέλευσης. Μόνον όταν παράγονται σε αποδεκτό από το κράτος μέλος κλειστό και ελεγχόμενο σύστημα συλλογής. Μέγιστη συγκέντρωση σε mg/kg ξηράς ύλης: κάδμιο: 0,7· χαλκός 70· νικέλιο 25· μόλυβδος 45· ψευδάργυρος 200· υδράργυρος: 0,4· 70· χρώμιο (σύνολο): 70· χρώμιο (VI): 0.
  • Τύρφη. Χρήση που περιορίζεται στη φυτοκομία (κηπευτικά, ανθοκομία, δενδροκομία, φυτώρια).
  • Απόβλητα καλλιέργειας μανιταριών. Η αρχική σύνθεση του υποστρώματος περιορίζεται στα προϊόντα του παρόντος παραρτήματος.
  • Περιττώματα σκωλήκων (κομπόστα γαιοσκωλήκων) και εντόμων.
  • Γκουανό. Μείγματα φυτικών υλών που έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή ζύμωση. Προϊόν που λαμβάνεται από μείγματα φυτικών υλών τα οποία έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή αναερόβια ζύμωση για παραγωγή βιοαερίου.
  • Τα κατωτέρω προϊόντα και υποπροϊόντα ζωικής προέλευσης: αιματάλευρο (ξηρό αίμα) άλευρο οπλών άλευρο κεράτων οστεάλευρο ή αποζελατινοποιημένο οστεάλευρο ιχθυάλευρο κρεατάλευρο φτερά, μαλλιά και άλευρο «chiquette» μαλλί, γούνα, τρίχωμα γαλακτοκομικά προϊόντα. Μέγιστη συγκέντρωση σε mg/kg ξηράς ουσίας χρωμίου (VI): 0
  • Προϊόντα και παραπροϊόντα φυτικής προέλευσης για λιπάσματα. π.χ. ελαιούχοι σπόροι, μεμβράνες κακάου, ριζίδια βύνης.
  • Φύκια και προϊόντα φυκιών. Εφόσον λαμβάνονται απευθείας από: i) φυσική επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της αφυδάτωσης, της ψύξης και της άλεσης, ii) εκχύλιση με νερό ή με όξινα ή/και αλκαλικά διαλύματα, iii) ζύμωση.
  • Πριονίδια και θρύμματα ξύλου. Από ξύλο που δεν έχει υποστεί χημική επεξεργασία μετά την υλοτόμηση.
  • Κομποστοποιημένοι φλοιοί δένδρων. Από ξύλο που δεν έχει υποστεί χημική επεξεργασία μετά την υλοτόμηση.
  • Τέφρα ξύλου. Από ξύλο που δεν έχει υποστεί χημική επεξεργασία μετά την υλοτόμηση.
  • Μαλακά φυσικά φωσφορικά ορυκτά αλεσμένα. Προϊόντα που προσδιορίζονται στο σημείο 7 του παραρτήματος Ι.Α.2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(1) όσον αφορά τα λιπάσματα, 7 Περιεκτικότητα σε κάδμιο κατώτερη ή ίση προς 90 mg/kg P205.
  • Φωσφορικό αργίλιο-ασβέστιο. Προϊόν που προσδιορίζεται στο σημείο 6 του παραρτήματος IA.2. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003, Περιεκτικότητα σε κάδμιο κατώτερη ή ίση προς 90 mg/kg P205 Χρήση περιορισμένη στα αλκαλικά εδάφη (pH> 7,5).
  • Σκωρίες αποφωσφατώσεως. Προϊόν που προσδιορίζεται στο σημείο 1 του παραρτήματος IA.2. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003.
  • Ακατέργαστα άλατα καλίου ή καϊνίτης. Προϊόν που προσδιορίζεται στο σημείο 1 του παραρτήματος IA.3. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003.
  • Θειικό κάλιο το οποίο περιέχει ενδεχομένως άλας μαγνησίου. Προϊόν που παράγεται από ακατέργαστο καλιούχο άλας με φυσική διαδικασία εκχύλισης και που είναι δυνατό να περιέχει και άλατα μαγνησίου.
  • Βινάσση και εκχυλίσματα βινάσσης. Εξαιρούνται οι αμμωνιακές βινάσσες.
  • Ανθρακικό ασβέστιο (κρητίδα, μάργα, αλεσμένος ασβεστόλιθος, βελτιωτικό της Βρετάνης, φωσφορικός ασβεστόλιθος, κλπ.). Μόνο φυσικής προέλευσης.
  • Ανθρακικό μαγνήσιο και ασβέστιο. Μόνο φυσικής προέλευσης π.χ. μαγνησίτης, αλεσμένο μαγνήσιο, ασβεστόλιθος.
  • Θειικό μαγνήσιο (κισερίτης). Μόνο φυσικής προέλευσης.
  • Διάλυμα χλωριούχου ασβεστίου. Θεραπεία φυλλώματος μηλιών μετά τον εντοπισμό έλλειψης ασβεστίου.
  • Θειικό ασβέστιο (γύψος). Προϊόντα που προσδιορίζονται στο σημείο 1 του παρατήματος ΙΔ. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003. Μόνο φυσικής προέλευσης.
  • Βιομηχανική άσβεστος για παραγωγή ζάχαρης. Υποπροϊόν παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα.
  • Βιομηχανική άσβεστος από παραγωγή ζάχαρης. Βιομηχανική άσβεστος από παραγωγή αλατιού σε κενό.
  • Στοιχειακό θείο. Προϊόντα που προσδιορίζονται στο παράρτημα IΔ.3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003
  • Ιχνοστοιχεία. Ανόργανα μικροθρεπτικά στοιχεία που απαριθμούνται στο μέρος Ε του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003.
  • Χλωριούχο νάτριο. Αποκλειστικά από ορυκτά άλατα.
  • Σκόνη πετρωμάτων και άργιλοι. 

βιολογική καλλιέργεια του λάχανου biomastores.gr

Οι διαθέσιμες εισροές

Τι όμως από τα παραπάνω είναι διαθέσιμο στον Έλληνα βιοκαλλιεργητή;

  • Οι κοπριές που βρίσκουμε στο 1, 2 και 3 κυκλοφορούν με αρκετές εμπορικές ονομασίες στην αγορά, ιδιαίτερα μάλιστα οι κοπριές πουλερικών. Μπορούμε επίσης να τις βρούμε και απευθείας από κτηνοτροφικές μονάδες, ο κίνδυνος όμως εδώ είναι, ότι πολλές φορές ή θα είναι ακομποστοποίητες ή κακώς κομποστοποιημένες, με κίνδυνο να προκληθούν ζημιές στην καλλιέργειά μας. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην προέλευσή τους. Βάση των περιορισμών του Κανονισμού θα πρέπει να προέρχονται από εκτατικές εκτροφές και για τα πουλερικά από εκτροφές που γίνονται σε στρωμνή. Στην αγορά μπορούμε να βρούμε επίσης και κοπριές πουλερικών προερχόμενες από βιολογικές εκτροφές.Τα τελευταία χρόνια μάλιστα κυκλοφορούν και κοπριές (εγχώριες αλλά και εισαγόμενες) που έχουν εμπλουτιστεί με υλικά του παραρτήματος Ι, αυξάνοντας έτσι σημαντικά την περιεκτικότητά τους σε θρεπτικά.

 

  • Τα υγρά απεκκρίματα ζώων (4) δεν κυκλοφορούν σαν εμπορικό προϊόν στην αγορά. Αν κάποιος επιθυμεί να κάνει χρήση αυτών μπορεί να αποτανθεί απευθείας σε κτηνοτροφικές μονάδες (κατά προτίμηση βιολογικές). Σε περίπτωση που η προέλευση είναι από συμβατική μονάδα θα πρέπει να προέρχεται από εκτατική εκτροφή.

 

  • Οικιακά απορρίμματα που έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή ζύμωση (5), με τους περιορισμούς που βάζει ο Κανονισμός, δεν κυκλοφορούν στην Ελληνική αγορά τέτοια εμπορικά προϊόντα.

 

  • Τύρφες (6) κυκλοφορούν αρκετές στην Ελληνική αγορά. Προσοχή όμως θα πρέπει να δοθεί στις εμπλουτισμένες τύρφες με προϊόντα εκτός παραρτήματος, αυτές απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν στη βιολογική γεωργία. Τέλος δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και τους άλλους περιορισμούς που βάζει η νομοθεσία, δηλαδή η τύρφη χρησιμοποιείται μόνο στην φυτοκομία.

 

  • Απόβλητα καλλιέργειας μανιταριών (7) δεν κυκλοφορούν σαν εμπορικό προϊόν στην αγορά. Μπορούμε μόνο να τα προμηθευτούμε απευθείας από τις βιολογικές μονάδες παραγωγής μανιταριών. Απαγορεύεται η χρήση αποβλήτων από συμβατικές μονάδες ένεκα του ότι στο υπόστρωμα χρησιμοποιούνται και προϊόντα που βρίσκονται εκτός Παραρτήματος Ι.

 

  • Περιττώματα σκωλήκων (κομπόστα γαιοσκωλήκων) και εντόμων (8). Κυκλοφορούν αρκετά τέτοια προϊόντα Ελληνικά ή και εισαγόμενα, σε στερεή ή και σε υγρή μορφή. Δεν θα πρέπει όμως το τελικό προϊόν να έχει εμπλουτιστεί με ουσίες που βρίσκονται εκτός του Παραρτήματος Ι.

 

  • Γκουανό (9) πρόκειται για αποσυνθεμένα περιττώματα θαλάσσιων πουλιών. Μερικές φορές με το ίδιο όνομα – λανθασμένα όμως – ονομάζονται και άλλα προϊόντα, όπως πχ. τα περιττώματα από νυχτερίδες. Τέτοια προϊόντα κυκλοφορούσαν παλαιότερα στην ελληνική αγορά, λόγω του κόστους τους όμως η κυκλοφορία τους ήταν και είναι αρκετά περιορισμένη και κυρίως σε ερασιτεχνικό επίπεδο.

 

  • Μείγματα φυτικών υλών που έχουν υποστεί λιπασματοποίηση ή ζύμωση (10). Πρόκειται για τα γνωστά μας κόμποστ, εδαφοβελτιωτικά κατά βάση. Τέτοια προϊόντα, Ελληνικά αλλά και εισαγόμενα κυκλοφορούν αρκετά στην αγορά. Κόμποστ όμως μπορεί κάποιος να παρασκευάσει και μόνος του, εφόσον βρει τις πρώτες ύλες και έχει και τις απαραίτητες υποδομές. Στην αγορά μπορούμε επίσης να βρούμε και κόμποστ που λόγω του εμπλουτισμού τους με προϊόντα του Παραρτήματος Ι, έχουν αυξημένη λιπαντική ικανότητα. Προσοχή όμως χρειάζεται και εδώ, επειδή στην αγορά υπάρχουν και κόμποστ εμπλουτισμένα με συμβατικά λιπάσματα, αυτά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επειδή δεν είναι σύμφωνα με την νομοθεσία.

 

  • Προϊόντα και υποπροϊόντα ζωικής προέλευσης (11). Πρόκειται κυρίως για εισαγόμενα προϊόντα που περιέχουν αρκετές μονάδες αζώτου. Κυκλοφορούν αρκετά τέτοια στην αγορά τόσο σε στερεή όσο και υγρή μορφή. Μερικές φορές μάλιστα χρησιμοποιούνται και για τον εμπλουτισμό άλλων εισροών (όπως κοπριές, φυτικά κομπόστ, κ.λ.π.) ώστε να ενισχυθεί η λιπαντική τους ικανότητα.

 

  • Προϊόντα και παραπροϊόντα φυτικής προέλευσης (12). Δεν κυκλοφορούν πολλά τέτοια προϊόντα σήμερα στην Ελληνική αγορά και είναι κυρίως εισαγόμενα.

 

  • Φύκια και προϊόντα φυκιών (13). Κυκλοφορούν αρκετά προϊόντα με προέλευση τα φύκια στην Ελληνική αγορά. Μπορούμε να τα βρούμε τόσο σε υγρή όσο και σε στερεή μορφή.

 

  • Πριονίδια και θρύμματα ξύλου (14), Κομποστοποιημένοι φλοιοί δένδρων (15), Τέφρα ξύλου (16). Είναι προϊόντα που δεν τα βρίσκουμε συσκευασμένα στην Ελληνική αγορά.

Οι πρώτες ύλες όμως υπάρχουν και εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Παραρτήματος Ι, κάποιος μπορεί και να τα χρησιμοποιήσει.

  • Λιπάσματα ανόργανης προέλευσης: Μαλακά φυσικά φωσφορικά ορυκτά αλεσμένα (17), Φωσφορικό αργίλιοασβέστιο (18), Ακατέργαστα άλατα καλίου ή καϊνίτης (20),     Θειικό κάλιο το οποίο περιέχει ενδεχομένως άλας μαγνησίου (21), Ανθρακικό ασβέστιο (23), Ανθρακικό μαγνήσιο και ασβέστιο (24), Θειικό μαγνήσιο (25), Σκόνη πετρωμάτων και άργιλοι (33).  Όλα τα παραπάνω είναι προϊόντα ανόργανης προέλευσης, στην φυσική τους μορφή, χωρίς χημική επεξεργασία και αρκετά από αυτά αποτελούν τις πρώτες ύλες για την παρασκευή των σύνθετων χημικών λιπασμάτων. Στην αγορά μπορούμε να τα βρούμε κυρίως απευθυνόμενοι στις εταιρείες λιπασμάτων που τα χρησιμοποιούν ως πρώτες ύλες. Σε εμπορική συσκευασία κυκλοφορούν φωσφορίτες (17), το θειικό κάλιο – μαγνήσιο ( 21), ανθρακικό μαγνήσιο και ασβέστιο (24) και Θειικό μαγνήσιο (25). Κάποια από αυτά χρησιμοποιούνται επίσης και από τις βιομηχανίες οργανικών λιπασμάτων για το εμπλουτισμό κυρίως της κοπριάς και των κομπόστ, αλλά και για την παραγωγή σύνθετων οργανικών λιπασμάτων.

 

  • Σκωρίες αποφωσφατώσεως (19), πρόκειται για υποπροϊόν από την αποφωσφάτωση του χυτοσίδηρου. Δεν κυκλοφορεί εμπορικό σκεύασμα στην Ελληνική αγορά.

 

  • Βινάσση και εκχυλίσματα βινάσσης (22). Πρόκειται για υποπροϊόν της γεωργικής βιομηχανίας. Είναι μια πολύ καλή πηγή καλίου. Κυκλοφορούν κάποια εμπορικά σκευάσματα στην Ελληνική αγορά.

 

  • Βιομηχανική άσβεστος για παραγωγή ζάχαρης (28) & (29). Πρόκειται για υποπροϊόν της γεωργικής βιομηχανίας (βιομηχανίας ζάχαρης). Δεν κυκλοφορούν εμπορικά σκευάσματα στην Ελληνική αγορά.

 

  • Διάλυμα χλωριούχου ασβεστίου (26). Πρόκειται για εμπορικό σκεύασμα που η χρήση του – βάση του Παραρτήματος Ι –  επιτρέπεται μόνο στη μηλιά.

 

  • Θειικό ασβέστιο (γύψος) (27). Μόνο φυσικής προέλευσης και όχι βιομηχανικής (πιθανόν να περιέχει βαριά μέταλλα). Δεν κυκλοφορούν εμπορικά σκευάσματα στην Ελλάδα.

 

  • Στοιχειακό θείο (30). Κυκλοφορούν αρκετά εμπορικά σκευάσματα, κάποια μάλιστα που διατίθενται στην αγορά εκτός από το στοιχειακό θείο περιέχουν και ικανοποιητικές ποσότητες οργανικής ύλης (κόμποστ ή και κοπριές)

 

  • Ιχνοστοιχεία (31). Πρόκειται για τα ανόργανα μικροθρεπτικά στοιχεία όπως αυτά νοούνται και στην συμβατική γεωργία (μέρος Ε του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003). Απαγορεύεται όμως η χρήση σκευασμάτων ιχνοστοιχείων που εμπεριέχουν μαζί και άλλα θρεπτικά (π.χ. άζωτο).

 

  • Χλωριούχο νάτριο (32). Το γνωστό μας αλάτι, αλλά ορυκτής μορφής και όχι θαλασσινό. Δεν υπάρχουν εμπορικά σκευάσματα στην Ελληνική αγορά.

φυσικής προέλευσης πυρεθρίνη11

Υφιστάμενη κατάσταση στην ελληνική αγορά, Προβλήματα

Σήμερα στην Ελληνική αγορά κυκλοφορούν αρκετές εκατοντάδες προϊόντα θρέψης που «δηλώνουν» με διάφορους τρόπους ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην βιολογική γεωργία. Ποια όμως από αυτά είναι πραγματικά σύννομα με το Παράρτημα Ι του Καν.(ΕΕ) 889/08; Ερώτημα που δυστυχώς δεν μπορεί να απαντηθεί και τόσο εύκολα, ένεκα του ότι δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη αρχή που να αξιολογεί αυτές τις εισροές ως προς την συμμόρφωσή τους με το θεσμικό πλαίσιο.

Έτσι, αυτό το έργο έχει αφεθεί στον κάθε Φορέα πιστοποίησης, δηλαδή να «αξιολογεί» την καταλληλότητα των εισροών που χρησιμοποιούν οι πελάτες του. Κάποιοι Φορείς παλαιότερα είχαν δημιουργήσει και βάσεις δεδομένων – σε ηλεκτρονική μορφή μάλιστα – που κυκλοφορούσαν τόσο σε παραγωγούς όσο και σε «καταστήματα εφοδίων», με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό. Σήμερα έχουμε ένα άλλο φαινόμενο, αρκετές εταιρείες εφοδίων αναγράφουν πάνω στις συσκευασίες των προϊόντων τους, ότι το προϊόν είναι κατάλληλο για χρήση στην βιολογική γεωργία σύμφωνα με τον Καν. (ΕΕ) 889/08. Πράγμα εντελώς αυθαίρετο και παραπλανητικό αν δεν υπάρχει η κατάλληλη τεκμηρίωση που να το αποδεικνύει. Τέτοια τεκμηρίωση μπορεί να έχουν μόνο κάποια εισαγόμενα προϊόντα, που στις χώρες παραγωγής τους υπάρχει κάποια διαδικασία για την αξιολόγηση και την πιστοποίησή τους.

Για παράδειγμα χώρες όπως η Ιταλία για να προλάβει αυτό το πρόβλημα, το Υπουργείο Γεωργίας της, ανέθεσε στο Ινστιτούτο για την θρέψη των φυτών (ISNP) το έργο αυτό. Έτσι δημιουργήθηκε μία βάση δεδομένων στο διαδίκτυο που ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορούσε να ανατρέξει και να επαληθεύσει αν η συγκεκριμένη εισροή πληροί ή όχι τις προδιαγραφές του νομοθετικού πλαισίου.

Κάποιες άλλες χώρες έδωσαν το δικαίωμα αυτό στους Φορείς πιστοποίησης (π.χ. στην Γαλλία η Ecocert), ενώ σε κάποιες άλλες, την απάντηση για την καταλληλόλητα μιας εισροής ή όχι την δίνει εγγράφως το ίδιο το Υπουργείο (π.χ. Αυστρία).

Στην Ελλάδα η μόνη υπηρεσία που θα μπορούσε να απαντήσει τεκμηριωμένα σε τέτοια ερωτήματα, είναι η Δ/νση εισροών του Υ.Α.Α.Τ. σε συνεργασία με την Δ/νση Βιολογικής Γεωργίας και το ΕΘΙΑΓΕ.

Σε καμία περίπτωση – χωρίς πρότερη νομοθετική ρύθμιση – οι Ελληνικοί Φορείς πιστοποίησης δεν έχουν το δικαίωμα να εκδίδουν έγγραφα που να πιστοποιούν ή να βεβαιώνουν την καταλληλόλητα ή μη των εισροών. Ευτυχώς όμως για τους βιοκαλλιεργητές και τους Φορείς πιστοποίησης της χώρας μας – αλλά όχι για την Εθνική μας οικονομία –, το μεγαλύτερο μέρος των εισροών είναι εισαγόμενες και τις περισσότερες φορές συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση.

Επίσης, όσες από τις εισροές λίπανσης κυκλοφορούν ή παράγονται στην Ιταλία, παρότι και εκεί η σχετική ιστοσελίδα έχει χρόνια να ανανεωθεί, μπορούμε να ενημερωθούμε για αυτές στην www.isnp.it/fertab/index.htm.

Σε επίπεδο Ε.Ε. – σε συνεργασία με αναγνωρισμένα Ευρωπαϊκά και Διεθνή Ερευνητικά κέντρα – γίνεται και εκεί μια προσπάθεια, να δημιουργηθεί μία τέτοια βάση δεδομένων. Μέχρι τότε όμως, θα μπορούσε το Υ.Α.Α.Τ. να βρει μία λύση, ώστε να διευκολύνει παραγωγούς, γεωπόνους και Φορείς Πιστοποίησης. Το Ιταλικό μοντέλο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στη χώρα μας και μάλιστα χωρίς ανάγκη χρηματοδότησης από τον Εθνικό προϋπολογισμό αλλά αντίθετα μπορεί να είναι και 100% αυτοχρηματοδοτούμενο. Αυτό που λείπει, λοιπόν, δεν είναι το πώς αλλά η πολιτική βούληση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

SHOPPING CART

close