Βιολογικά φυτά, παραδοσιακής ποικιλίας κεφαλωτού ραδικιού ή ραντίτσιο.
Ανήκει στις ποικιλίες – κειμήλια. Δηλαδή, είναι ποικιλία ραδικιού, που διατηρήθηκε από γενιά σε γενιά και οι σπόροι του, δεν έχουν υποστεί κάμια γενετική τροποποίηση ή υβριδισμό.
Προέλευση από την Ιταλία.
Φυτό ύψους έως 30 εκατοστών. Χρειάζεται από 80 έως 100 ημέρες από τη μεταφύτευση μέχρι τη συγκομιδή των κεφαλών.
Σχηματίζει οβάλ κεφαλές με ελαφρώς μυτερή κορυφή, κόκκινου, πορφυρού – μωβ χρώματος. Είναι συμπαγείς, ομοιόμορφες, με πολύ τραγανά φύλλα και μέσο βάρος γύρω στα 150 έως 300 γραμμάρια. Τα φύλλα τους είναι αρχικά πράσινα, αλλά μετά τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, το χρώμα τους αλλάζει σε βαθύ κόκκινο με έντονες, πλατιές λευκές νευρώσεις.
Η γεύση του είναι έντονα πικρή (θεωρείται από τις πιο πικρές ποικιλίες ραντίτσιο), όμως μετά τα πρώτα κρύα του χειμώνα, η κεφαλή αποκτά μια ιδιαίτερη, απαλή γλυκάδα. Μπορεί να καταναλωθεί ωμό σε σαλάτες, όπου προσφέρει ένταση και χρώμα, αλλά και μαγειρεμένο, καθώς το ψήσιμο ή το σοτάρισμα μειώνει την πικράδα του. Είναι η ιδανική ποικιλία για να την προσθέσετε σε αυθεντικό ιταλικό ριζότο, σάλτσες ζυμαρικών ή ως ψητό συνοδευτικό στο γκριλ.
Ιδανική για καλλιέργεια από ερασιτέχνες και επαγγελματίες.
Μπορεί να καλλιεργηθεί υπαίθρια, καθώς και σε γλάστρες ή δοχεία.
Χώρα προέλευσης ποικιλίας: Ιταλία, περιοχή της Βερόνα
Καλλιεργείται από: 1900 – 1910
Οι δικές μας παρατηρήσεις: μια κλασσική Ιταλική ποικιλία ραντίτσιο, με παγκόσμια εξάπλωση και αναγνώριση. Το φύλλωμα της είναι πολύ τραγανό και πικρό, ιδανικό για μαγειρικές χρήσεις (η θερμοκρασία μειώνει την πικράδα). Μπορεί να καταναλωθεί και ωμό, όμως πρέπει να το συνδυάσετε με ένα γλυκό ντρεσινγκ και άλλα φυλλώδη λαχανικά.
Πού μπορεί να καλλιεργηθεί στη χώρα μας: σε όλη την Ελλάδα, όταν οι τοπικές συνθήκες είναι κατάλληλες για την καλλιέργεια του ραντίτσιο ή κεφαλωτού ραδικιού.
Ιδανική εποχή καλλιέργειας: 1) Βόρεια – Κεντρική Ελλάδα και σε ορεινές περιοχές: μεταφύτευση φυτών, από μέσα Αυγούστου έως τέλη Σεπτεμβρίου, με συγκομιδή από τέλη Οκτωβρίου έως Ιανουάριο. 2) Νότια Ελλάδα και νησιωτικές περιοχές: μεταφύτευση φυτών Οκτώβριο έως Νοέμβριο, με συγκομιδή από τον Δεκέμβριο έως Μάρτιο
Τύπος ραδικιού: ανήκει στον τύπο, ραντίτσιο ή κεφαλωτό ραδίκι (C. intybus var. foliosum): αντίθετα με το άγριο ραδίκι που μεγαλώνει ανοιχτό στο έδαφος, οι ποικιλίες αυτής της ομάδας έχουν επιλεγεί από τους γεωργούς εδώ και αιώνες για να κλείνουν τα φύλλα τους, σχηματίζοντας σφιχτά κεφάλια, καρδιές ή ροζέτες που θυμίζουν σε σχήμα το άνθος του τριαντάφυλλου. Οι ροζέτες – ραντίτσιο, είναι γνωστές και ως ρόδα του χειμώνα ή τριαντάφυλλα του χειμώνα.
Μέσο ύψος φυτού: 20 έως 30 εκατοστά
Χρώμα φύλλων: έντονο πορφυρό, βαθύ κόκκινο ή μωβ με ανάγλυφες λευκές νευρώσεις
Μέση διάμετρος κεφαλής: 10 έως 15 εκατοστά
Αντοχή στην πρόωρη άνθηση (ξεβλάστωμα); Μέτρια, πρέπει να καλλιεργείτε σε δροσερές συνθήκες
Βράβευση ποιότητας ποικιλίας: –
Χρήσεις στην κουζίνα: ωμό σε σαλάτες (ψιλοκομμένο), ψητό στα κάρβουνα ή στο φούρνο με ελαιόλαδο και βαλσάμικο, καθώς και μαγειρεμένο σε ριζότο ή σάλτσες ζυμαρικών
Μεταφύτευση – συγκομιδή: 80 – 90 ημέρες
Μπορεί να καλλιεργηθεί σε γλάστρα ή μεγάλο δοχείο; ΝΑΙ
Κατάλληλη για επαγγελματική καλλιέργεια; ΝΑΙ
Κατάλληλη για οικιακό λαχανόκηπο; ΝΑΙ
Συσκευασία για ερασιτέχνες: δισκάκι των 8 φυτών
Συσκευασία για επαγγελματίες: δίσκος 228 φυτών (κατόπιν συνεννόησης)
Πιστοποίηση βιολογικών φυτών – φορέας: ΔΗΩ
Έλεγχος φυτοϋγείας: ΚΕΠΠΥΕΛ Γιαννιτσών
Οικογένεια: Asteraceae
Επιστημονική ονομασία: Cichorium intybus var. foliosum
Καταγωγή: Μεσόγειος και κυρίως η Ιταλία κυρίως η περιοχή του Βένετο
Άλλες ονομασίες: Ραντίκιο
Διεθνείς ονομασίες: Radicchio, Italian Chicory, Chicorée Rouge, Chicorée Italienne, Radicchio ή Salatzichorie, Achicoria Roja, Radicchio, Cicoria Rossa ή Cicorino Rosso, Ju ju 菊苣
Γενικά στοιχεία για το ραντίτσιο: βοτανικά, το ραντίτσιο είναι το ίδιο ακριβώς είδος με το κοινό άγριο ραδίκι (Cichorium intybus) που υπάρχει στη φύση εδώ και χιλιάδες χρόνια. Οι αρχαίοι Έλληνες, οι Αίγυπτοι και οι Ρωμαίοι έτρωγαν το ίδιο φυτό. Επομένως, ως είδος, οι ρίζες του χάνονται στα βάθη των αιώνων.
Όμως πριν από εκατοντάδες χρόνια, οι Ιταλοί αγρότες στο Βένετο παρατήρησαν ότι κάποια τυχαία φυτά άγριου ραδικιού, στο χωράφι είχαν την τάση να κλείνουν τα φύλλα τους λίγο πιο σφιχτά στο κέντρο, κυρίως για να προστατευτούν από το κρύο του χειμώνα. Κράτησαν σπόρους μόνο από αυτά τα συγκεκριμένα φυτά και τους ξαναφύτεψαν την επόμενη χρονιά.Επαναλαμβάνοντας αυτή τη διαδικασία, για πολλές γενιές και δεκαετίες, κατάφεραν να ‘’αναγκάσουν’’ το φυτό να αλλάξει σχήμα. Τα φύλλα άρχισαν να μεγαλώνουν αγκαλιάζοντας το ένα το άλλο, δημιουργώντας τελικά τη σφιχτή, στρογγυλή ‘’μπάλα’’ (κεφαλή) που ξέρουμε σήμερα.
Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, ακόμα και το κεφαλωτό ραδίκι παρέμενε κυρίως πράσινο. Το έντονο κόκκινο χρώμα δημιουργήθηκε φυσικά, το 1860 χάρη σε έναν Βέλγο γεωπόνο, τον Francesco Van den Borre, ο οποίος εφάρμοσε μια τεχνική που ονομάζεται λεύκανση. Οι αγρότες έβγαζαν τα πράσινα ραδίκια από το χωράφι το φθινόπωρο μαζί με τη ρίζα τους. Τα μετέφεραν σε σκοτεινά υπόγεια ή αποθήκες και έβαζαν τις ρίζες τους μέσα σε λεκάνες με τρεχούμενο, παγωμένο νερό πηγών. Επειδή δεν υπήρχε καθόλου φως, το φυτό δεν μπορούσε να κάνει φωτοσύνθεση. Χωρίς φωτοσύνθεση, σταμάτησε να παράγει χλωροφύλλη (την ουσία που κάνει τα φυτά πράσινα). Τα εξωτερικά πράσινα φύλλα μαράθηκαν και καταστράφηκαν. Στο σκοτάδι, το φυτό συνέχιζε να μεγαλώνει αργά χρησιμοποιώντας την ενέργεια που είχε αποθηκευμένη στη ρίζα του. Τα νέα φύλλα που βγήκαν στην καρδιά του δεν είχαν χλωροφύλλη, αλλά ήταν γεμάτα ανθοκυανίνες (φυσικές κόκκινες χρωστικές ουσίες που προστατεύουν το φυτό από το κρύο). Έτσι, η εσωτερική καρδιά του φυτού έγινε κατακόκκινη με κάτασπρες γραμμές (νευρώσεις), ενώ η γεύση του έγινε πολύ πιο τραγανή και λιγότερο πικρή. Το ραντίτσιο είναι ένα ‘‘σύγχρονο λαχανικό” που προέκυψε από έναν αρχαίο πρόγονο, μέσα από μακροχρόνια φυσική και τεχνητή επιλογή.
Ο παγκόσμιος ηγέτης στην παραγωγή ραντίτσιο είναι η Ιταλία, με επίκεντρο την περιφέρεια του Βένετο, ενώ λόγω της μεγάλης διεθνούς ζήτησης σημαντικές εκτάσεις καλλιεργούνται πλέον στις ΗΠΑ, κυρίως στην Καλιφόρνια και στο Μεξικό για την τροφοδοσία της αγοράς της Βόρειας Αμερικής. Παράλληλα, αξιόλογη παραγωγή συναντάμε στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Ολλανδία, ενώ ξεχωρίζει και η Χιλή που εξασφαλίζει την παγκόσμια διάθεση του λαχανικού, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Τύποι ραδικιού: με βάση την εμφάνιση, που βασίζεται στον φαινότυπο δηλαδή, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως το σχήμα, το χρώμα και η ανάπτυξη των φύλλων ή της ρίζας, υπάρχουν οι παρακάτω τύποι – ομάδες ραδικιών: 1) Κεφαλωτά Ραδίκια ή ραντίτσιο – Cichorium intybus var. foliosum (Radicchio Group). Αντίθετα με τα άγρια ραδίκια που μεγαλώνουν σε ανοιχτές ροζέτες, τα ραντίτσιο σχηματίζουν συμπαγείς, σφιχτές κεφαλές (σφαιρικές ή κυλινδρικές), που προστατεύουν τα εσωτερικά τρυφερά φύλλα. 2) Ιταλικά φυλλώδη ραδίκια ή ραδίκια Καταλονιας – Cichorium intybus var. foliosum (Catalogna Group). Περιλαμβάνει τα όρθια φυτά, με έντονα πριονωτά – οδοντωτά φύλλα. Σε αυτή την ομάδα, υπάρχει και μια υποομάδα, που λέγονται ραδίκια Πουνταρέλε (Puntarelle). Τα φυτά αυτά, αναπτύσσουν στο κέντρο του φυτού έναν συμπαγή κώνο από χοντρούς, κούφιους και πολύ τραγανούς βλαστούς. Αυτοί οι βλαστοί είναι στην πραγματικότητα, τα εσωτερικά άνθη του φυτού πριν ανθίσει. 3) Βέλγικο ή λευκό ραδίκι – Cichorium intybus var. foliosum (Witloof Group). Είναι μια εξειδικευμένη κατηγορία ραδικιού, που καλλιεργείται στο απόλυτο σκοτάδι για να παράγει μικρές, συμπαγείς, λευκές κεφαλές με απαλή και πικρή γεύση. 4) Ραδίκια Sugarloaf – Cichorium intybus var. foliosum (Sugarloaf Group). Γνωστά στην Ιταλία ως Pan di Zucchero (Παν ντι Τζούκερο). Περιλαμβάνει τα ραδίκια με τα μεγάλα πλατιά φύλλα που τυλίγονται σε μακρόστενο κύλινδρο. 5) Ριζώδη ραδίκια – Cichorium intybus var. sativum (Sativum Group). Περιλαμβάνει τα βιομηχανικά ραδίκια, που καλλιεργούνται αποκλειστικά για τη μεγάλη, παχιά ρίζα τους. Από αυτήν παράγεται το υποκατάστατο του καφέ και γίνεται η εξαγωγή της ινουλίνης. 6) Άγριο ραδίκι ή πικροράδικο – Cichorium intybus subsp. intybus. Φύεται σχεδόν παντού, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τις ορεινές πλαγιές. Θα το δείτε σε άκρες επαρχιακών δρόμων, άκρες χωραφιών, χέρσους τόπους και λιβάδια. Μεγαλώνει πάνω στο έδαφος, σχηματίζοντας μια κυκλική ροζέτα με στενά, σκούρα πράσινα φύλλα που έχουν έντονες οδοντωτές άκρες. 7) Σταμναγκάθι ή αγκαθωτό ραδίκι – Cichorium spinosum L. Ο λόγος που η επιστήμη το διαχώρισε από το κοινό ραδίκι είναι ο μοναδικός του φαινότυπος, ο οποίος εξελίχθηκε για να επιβιώνει σε σκληρά περιβάλλοντα, όπως τα άνυδρα βουνά και οι παραθαλάσσιοι βράχοι της Κρήτης. Τα φύλλα του είναι πολύ μικρά, οδοντωτά και αναπτύσσονται σε μια εξαιρετικά σφιχτή ροζέτα πάνω στο χώμα. Το πιο χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι το καλοκαίρι, όταν ολοκληρώνεται ο κύκλος του, οι βλαστοί του ξεραίνονται και μετατρέπονται σε σκληρά, αιχμηρά αγκάθια. Αυτά προστατεύουν την καρδιά του φυτού από τα ζώα και τον καυτό ήλιο.
Απαιτήσεις του ραντίτσιο σε κλίμα: φυτό ψυχρής εποχής, το οποίο αναπτύσσεται ιδανικά σε θερμοκρασίες μεταξύ 15°C και 20°C, ενώ παρουσιάζει εξαιρετική αντοχή στους ήπιους χειμερινούς παγετούς. Οι χαμηλές θερμοκρασίες του φθινοπώρου και του χειμώνα είναι απαραίτητες για τη φυσιολογική του εξέλιξη, καθώς διεγείρουν την παραγωγή των ανθοκυανινών, των ουσιών που χαρίζουν στα φύλλα το χαρακτηριστικό πορφυρό τους χρώμα και μειώνουν την υπερβολική πικρίδα. Αντίθετα, οι υψηλές θερμοκρασίες άνω των 25°C και η έντονη καλοκαιρινή ηλιοφάνεια προκαλούν πρόωρη ανάπτυξη ανθοφόρου στελέχους (ξεβλάστωμα), σκληραίνουν το έλασμα των φύλλων και καθιστούν τη γεύση του λαχανικού υπερβολικά πικρή και μη εμπορεύσιμη.
Απαιτήσεις του ραντίτσιο σε έδαφος: απαιτεί εδάφη γόνιμα, μέσης σύστασης, πλούσια σε οργανική ουσία και με άριστη ικανότητα αποστράγγισης. Το ιδανικό pH του εδάφους κυμαίνεται από ελαφρώς όξινο έως ουδέτερο και αλκαλικό (6,5 έως 8,0). Είναι κρίσιμο το χώμα να διατηρεί μια σταθερή, ελαφριά υγρασία χωρίς όμως να λιμνάζει το νερό, δεδομένου ότι η υπερβολική υγρασία στις ρίζες προκαλεί άμεση ασφυξία του ριζικού συστήματος και σαπίσματα στο εσωτερικό της κεφαλής.
Λίπανση: το φυτό έχει μέτριες απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία και η υπερβολική αζωτούχος λίπανση μπορεί να αποβεί επιζήμια, δημιουργώντας χαλαρές κεφαλές και αυξάνοντας την ευπάθεια σε ασθένειες. Κατά την προετοιμασία του εδάφους ενσωματώνεται καλά χωνεμένη κοπριά ή κομπόστ μαζί με ένα ισορροπημένο βιολογικό λίπασμα, πλούσιο σε φώσφορο και κάλιο, στοιχεία που ενισχύουν τη ρίζα και τη δομή των φύλλων. Κατά τη διάρκεια της καλλιέργειας, και συγκεκριμένα όταν ξεκινά ο σχηματισμός της κεντρικής κεφαλής, μπορεί να εφαρμοστεί μια ήπια επιφανειακή δόση αζώτου ή ένας ψεκασμός με βιολογικό εκχύλισμα φυκιών, για την τόνωση της ανάπτυξης (εάν υπάρχει ανάγκη).
Αποστάσεις φύτευσης: 25 έως 30 εκατοστά ανάμεσα στα φυτά της ίδιας γραμμής (απόσταση φυτό με φυτό) και 30 έως 45 εκατοστά ανάμεσα στις γραμμές φύτευσης (απόσταση μεταξύ των σειρών καλλιέργειας).
Καλλιέργεια ραντίτσιο σε γλάστρες ή δοχεία: επιλέξτε ένα δοχείο ή γλάστρα που να διαθέτει βάθος και διάμετρο τουλάχιστον 25 – 30 εκατοστά για κάθε φυτό ξεχωριστά. Εάν προτιμάτε να χρησιμοποιήσετε μια μεγάλη, μακρόστενη ζαρντινιέρα, μπορείτε να βάλετε περισσότερα φυτά μαζί, αρκεί να φροντίσετε να αφήσετε μια απόσταση 25 εκατοστά ανάμεσά τους, ώστε να έχουν τον απαραίτητο χώρο για την ανάπτυξη τους.
Το ιδανικό υπόστρωμα για τη γλάστρα, είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά αλλά ταυτόχρονα πολύ ελαφρύ, ώστε να μην κρατάει υπερβολική υγρασία. Ένα ποιοτικό φυτόχωμα γενικής χρήσης, εμπλουτισμένο με καλά χωνεμένο κομπόστ αποτελεί την καλύτερη επιλογή, ενώ είναι απολύτως απαραίτητο να ανακατέψετε στο μείγμα περλίτη και να τοποθετήσετε ελαφρόπετρα στην βάση της γλάστρας, εξασφαλίζοντας ότι το νερό θα στραγγίζει γρήγορα και δεν θα σαπίσουν οι ρίζες.
Επειδή το χώμα στις γλάστρες στεγνώνει πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στο έδαφος του κήπου, το ραντίτσιο απαιτεί τακτικό – με μικρές ποσότητες πότισμα. Ο σωστός τρόπος είναι να ελέγχετε την υγρασία με το δάχτυλό σας και να ρίχνετε νερό μόνο όταν νιώθετε το πάνω μέρος του χώματος στεγνό, φροντίζοντας πάντα να ποτίζετε απευθείας στη βάση του φυτού χωρίς να βρέχετε το φύλλωμα, καθώς οι σταγόνες πάνω στα φύλλα μπορούν να προκαλέσουν ασθένειες.
Η ιδανική θέση για να τοποθετήσετε τις γλάστρες σας στο μπαλκόνι είναι ένα σημείο που το βλέπει ο ήλιος για τουλάχιστον πέντε με έξι ώρες την ημέρα, μιας και η ηλιοφάνεια κατά τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες είναι απαραίτητη για τη σωστή ανάπτυξη του. Ωστόσο, εάν ξεκινήσετε την καλλιέργεια νωρίς το φθινόπωρο όταν οι θερμοκρασίες στην είναι ακόμα αρκετά υψηλές, επιλέξτε μια ημισκιερή θέση.
Ποτίσματα στο ραντίτσιο: διαθέτει ένα σχετικά επιφανειακό ριζικό σύστημα, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητο στην έλλειψη νερού και απαιτεί τακτικά, αλλά προγραμματισμένα ποτίσματα καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάπτυξής του. Τα ποτίσματα πρέπει να είναι προγραμματισμένα, γιατί οι απότομες μεταβολές από την ξηρασία στην υπερβολική υγρασία προκαλούν το σχίσιμο των κεφαλών και την υποβάθμιση της γεύσης τους.
Η πλέον ενδεδειγμένη μέθοδος άρδευσης είναι το σύστημα με σταγόνες (στάγδην άρδευση).
Πώς και πότε γίνεται η συγκομιδή του ραντίτσιο; ξεκινάει συνήθως 60 έως 80 ημέρες μετά τη μεταφύτευση (ανάλογα με την ποικιλία), όταν η κεντρική κεφαλή αποκτήσει το τελικό της μέγεθος και είναι απόλυτα συμπαγής και σκληρή στην αφή.
Η κοπή γίνεται χειρωνακτικά με ένα κοφτερό μαχαίρι, κόβοντας το φυτό στη βάση του, περίπου δύο εκατοστά κάτω από την επιφάνεια του εδάφους μαζί με ένα μικρό τμήμα της κεντρικής ρίζας. Αν ο καιρός παραμένει δροσερός και κατά την κοπή δεν καταστραφεί εντελώς το ριζικό σύστημα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το φυτό να αναβλαστήσει και να δώσει μια δεύτερη, μικρότερη αλλά εξαιρετικά τρυφερή κεφαλή μετά από μερικές εβδομάδες.
Διατήρηση και αποθήκευση: μετά τη συγκομιδή, οι κεφαλές του ραντίτσιο καθαρίζονται προσεκτικά από τα εξωτερικά πράσινα ή αλλοιωμένα φύλλα και μπορούν να διατηρηθούν φρέσκες στον θάλαμο συντήρησης του οικιακού ψυγείου, μέσα σε διάτρητη πλαστική σακούλα, για διάστημα δύο έως τεσσάρων εβδομάδων.
Σε επαγγελματικό επίπεδο, εάν το φυτό ξεριζωθεί ολόκληρο μαζί με τη ρίζα του και αποθηκευτεί σε σκοτεινούς, ειδικά διαμορφωμένους ψυκτικούς θαλάμους με θερμοκρασία κοντά στους 0°C και πολύ υψηλή σχετική υγρασία, η διάρκεια ζωής του μπορεί να παραταθεί για αρκετούς μήνες.
Προσβολές από έντομα: Αφίδες (Μελίγκρες), Κάμπιες (π.χ. Πιερίδα), Σαλιγκάρια & Γυμνοσάλιαγκες, Θρίπας
Προσβολές από μύκητες – βακτήρια: Περονόσπορος, Βοτρύτης, Ριζοκτονία, Πύθιο, Ωίδιο
Προσβολές από ιώσεις: Ιός του Μωσαϊκού του Μαρουλιού, Ιός του Μαρασμού της Τομάτας, Ιός του Μωσαϊκού του Αγγουριού
Διαθέτει ελάχιστες θερμίδες και είναι πλούσιο σε πολύτιμα θρεπτικά συστατικά, όπως οι βιταμίνες Κ και C, το κάλιο και οι φυτικές ίνες. Το χαρακτηριστικό πορφυρό του χρώμα οφείλεται στις ανθοκυανίνες, οι οποίες είναι ισχυρά αντιοξειδωτικά που προστατεύουν το καρδιαγγειακό σύστημα και αναζωογονούν τα κύτταρα. Παράλληλα, οι φυσικές πικρές ουσίες που περιέχει, με κυριότερη την ιντυβίνη, διεγείρουν την έκκριση των γαστρικών υγρών και της χολής, διευκολύνοντας σημαντικά τη διαδικασία της πέψης και ενισχύοντας τη σωστή λειτουργία του στομάχου και του συκωτιού.
Βρώσιμο μέρος του φυτού: η κεντρική κεφαλή ή ”μπάλα”
Προετοιμασία πριν την χρήση: αφαιρείτε κίτρινα, σκληρά και ταλαιπωρημένα εξωτερικά φύλλα της κεφαλής. Με ένα μαχαίρι, κόβετε από την βάση της κεφαλής το κοτσάνι και την τοποθετείτε σε μια βάση κοπής. Ακολουθεί το κόψιμο της στην μέση ή σε τέσσερα κομμάτια. Εάν η γεύση των φύλλων του ραντίτσιο, είναι υπερβολικά πικρή, μπορείτε να την μειώσετε. Βυθίστε τα κομμένα φύλλα σε ένα δοχείο με παγωμένο νερό και λίγες σταγόνες ξύδι, για περίπου τριάντα λεπτά πριν από το σερβίρισμα.
Χρήσεις: μπορεί να καταναλωθεί τόσο ωμό όσο και μαγειρεμένο, προσφέροντας μοναδική γεύση και χαρακτήρα στα πιάτα. Όταν σερβίρεται ωμό, ψιλοκόβεται σε σαλάτες προσθέτοντας χρώμα, τραγανή υφή και μια ευχάριστη πικρή νότα που ταιριάζει απόλυτα με γλυκά υλικά, όπως το μέλι, τα καρύδια, τα αχλάδια και το βαλσάμικο ξύδι.
Όταν μαγειρεύεται, μειώνεται η πικράδα του και αναδεικνύει μια υπόγλυκη γεύση. Για τον λόγο αυτό, γίνεται εξαιρετικό ψητό στα κάρβουνα ή στο φούρνο, ενώ αποτελεί το βασικό συστατικό για το ιταλικό ριζότο (risotto al radicchio) και για σάλτσες ζυμαρικών.
Στην Ελλάδα, το ραντίτσιο μπορούμε να το καταναλώσουμε ωμό σε σαλάτες, ψιλοκομμένο μαζί με μαρούλι ή λάχανο. Επίσης, ψητό στο γκριλ ή στο τηγάνι με ελαιόλαδο και σκόρδο ως συνοδευτικό για κρέατα, αλλά και μαγειρεμένο μέσα σε ριζότο, σάλτσες ζυμαρικών ή σούπες.
Για να ισορροπήσει η πικρή του γεύση, ταιριάζει ιδανικά με αλμυρά τυριά όπως η φέτα και η γραβιέρα, καθώς και με φρούτα ή ξηρούς καρπούς όπως το ρόδι, το μήλο και τα καρύδια.













